17 / 07 / 2019

Χέρμαν Μέλβιλ - Μόμπι Ντικ ή Η φάλαινα

Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε που πρωτοέπεσε στα χέρια μου ο «Μόμπι Ντικ» για να καταφέρω να το τελειώσω και, το σημαντικότερο, για να σταθώ έκπληκτη, μαγεμένη, άφωνη, συγκινημένη, εκστασιασμένη από όλα όσα κατάφερε να χωρέσει ο Μέλβιλ στο αριστούργημά του. Από τις πρώτες κιόλας περιγραφές στο Πανδοχείο του Φυσητήρα με την υπέροχη ελαιογραφία με το μισοβυθισμένο πλοίο και τη σχεδόν ομοφυλοφιλική συνεύρεση με τον νέγρο ανθρωφάγο –ναι, τον νέγρο ανθρωποφάγο!− κατάλαβα ότι σε αυτό το βιβλίο είναι δυνατά τα πάντα: η τέχνη, η φιλοσοφική σκέψη, όλα όσα δεν χωράνε σε λέξεις και περνούν από το μυαλό μας όταν επιδιώκουμε το άπιαστο.

Γιατί στις περιπέτειες του σαλεμένου καπετάνιου με το φιλντισένιο πόδι ανακαλύπτει κανείς τη δύναμη που του λείπει και όλη την προμηθεϊκή αναμέτρηση με το ανέφικτο, την τέχνη, τον έρωτα, τη σαλεμένη ευφυΐα. «Ο άνθρωπος είναι ο γύπας που τρώει την καρδιά στον αιώνα, το πλάσμα ακριβώς που εκείνος γεννάει» γράφει κάπου ο Μέλβιλ ή κάπως έτσι, αντιλαμβανόμενος ότι εκείνη τη στιγμή βάζει τον εαυτό του με τη χρυσαφένια πένα του στη θέση του Θεού. Κανέναν δεν ξέρω που να έγραψε έτσι, κανέναν δεν ξέρω που να κατάφερε να ενσωματώσει σε ένα αφήγημα τις διαφορές των πολιτισμών στις άκρες του πλανήτη –καλλιτεχνικές, ανθρωπολογικές−, τα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ζητήματα, αναζητώντας την ουσία της διαρκούς αναμέτρησής μας με το χάος, που είμαστε τελικά εμείς οι ίδιοι. Ακόμα όμως κι αν αφαιρέσεις τις αριστουργηματικές περιγραφές και την περίτεχνη γλώσσα, τις λεπτομέρειες μιας υφολογικής ύφανσης που μοιάζει με «ένα περίτεχνο καλλυντικό που δημιουργεί όλες τις αποχρώσεις της, με εκείνη τη μεγάλη πηγή, το φως», τις διαρκείς ανατροπές και τη συναρπαστική ιστορία του φαλαινοθηρικού και του πληρώματος, αυτό που μένει είναι το μάθημα πως οφείλουμε να πηγαίνουμε κόντρα σε όλες τις αναποδιές, αν είναι να βρούμε αυτό που μας ορίζει.

Ο καπετάνιος Αχαάβ δεν πτοείται ούτε από τις ατυχίες και τις φουρτούνες, ούτε όταν τα μέλη του πληρώματός του κείτονται νεκρά, ούτε όταν ο υποπλοίαρχος Στάρμπακ τον προειδοποιεί πως τα βαρέλια στο αμπάρι παρουσιάζουν διαρροή −(να ένας λόγος που πίνω φανατικά καφέ από τα Στάρμπακς!)−, ούτε όταν ξέρει πως θα είναι αυτός το επόμενο θύμα. Τότε είναι που κρυώνει το καμάκι του στο αίμα των νεκρών του πληρώματος και συνεχίζει: «Όπως το αβασίλευτο πολικό αστέρι σε όλη τη διάρκεια της αρκτικής νύχτας για έξι ολόκληρους μήνες διατηρεί το διαπεραστικό και σταθερό του φως που αποτελεί το κέντρο της, το ίδιο ακριβώς σταθερά ακτινοβολούσε και ο σκοπός που είχε βάλει ο Αχαάβ στο μόνιμο σκοτάδι της ψυχής του μελαγχολικού πληρώματος». Είναι παραπάνω από ευτύχημα, σχεδόν μεταφυσική σύμπτωση, που αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο μεταφράστηκε υποδειγματικά από τον Α.Κ. Χριστοδούλου και έτυχε μιας υπέροχης έκδοσης από τον Gutenberg, γεγονός που το καθιστά πολύτιμο απόκτημα. Κανένα σαν κι αυτό, ποτέ!