22 / 10 / 2019

“Άνεμοι” του Μάνου Τσεμπερλή

Λένε πως υπάρχουν άνεμοι που πνέουν με τόσο μεγάλες ταχύτητες που μπορούν να σε διαπεράσουν χωρίς να το καταλάβεις. Λένε, ακόμα, πως αυτοί οι άνεμοι φτιάχτηκαν τα πολύ παλιά χρόνια από μια θεά και πως έτσι και πέσεις θύμα τους τελείωσε, δε γλιτώνεις, σε αιχμαλώτισαν για πάντα.

Ο ήλιος ό,τι φώτιζε τις δροσοσταλίδες πάνω στα φύλλα των δέντρων, γύρω από τη λίμνη και το δροσερό αεράκι, που κελαηδούσε σαν των αγγέλων την άρπα, παράσερνε τα χρυσαφιά μαλλιά της Κυράς της Λίμνης, διαδίδοντας την ομορφιά της ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη εκεί ήταν παρθένα και ανθρώπου πόδι δεν είχε πατήσει. Η Κυρά το μόνο καθήκον που είχε ήταν να φυλάει τη λίμνη και να τη γεμίζει με την ομορφιά της. Και, πράγματι, δεν υπήρχε πιο όμορφη από την Κυρά της Λίμνης. Αν οι άνθρωποι ήξεραν για την ύπαρξή της, θα συγκεντρώνονταν όλοι ολόγυρά της, για να μπορούν να τη θαυμάζουν από το πρωί ως το βράδυ. Από την άλλη, η Κυρά δε γνώριζε τίποτα άλλο εκτός από το μαγικό τόπο που κατοικούσε. Μάλιστα, είχε δώσει ιερό όρκο στους θεούς να μην αφήσει κανένα συναίσθημα πότε να διεισδύσει στην καρδιά της και να είναι απόλυτα αφιερωμένη στη λίμνη.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και οι αιώνες, χωρίς κανείς να έχει δει αυτόν το μαγικό τόπο, ώσπου μια μέρα τα έφερε έτσι η ζωή που ένας νεαρός βοσκός, χαμηλής καταγωγής και χωρίς προγόνους με μεγάλη ιστορία, αλλά τολμηρός και ονειροπόλος όσο κανείς άλλος, θέλησε να ταξιδέψει στον κόσμο και να γνωρίσει τις ομορφιές του. Έτσι, κάθε βήμα που έκανε τον έφερνε μπροστά σε νέες ανακαλύψεις, τοπία και ομορφιές. Και ήταν ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε, γιατί θα είχε να διηγείται για χρόνια πράγματα και ιστορίες που κανένας άλλος δεν είχε δει από τον τόπο του.

Έλα, όμως, που το τελευταίο του βήμα τον έφερε μπροστά από την Κυρά, καθισμένη πάνω στα σμαραγδένια νερά της λίμνης – και ήταν τόσο όμορφη που θα έλεγες πως οι νεράιδες ωχριούσαν μπροστά της. Της φώναξε, της μίλησε, μα εκείνη δε σάλεψε παρά μόνο τον κοίταξε με ένα εξωτικό, παγερό βλέμμα. Μα ο νεαρός βοσκός, μαθημένος πλέον από τις δυσκολίες και από τα πολλά ταξίδια που είχε κάνει, το πήρε απόφαση να μείνει εκεί μέχρι να την κάνει να τον αγαπήσει, και ας ήταν ένας κοινός θνητός· και ας είχε να κάνει με μάγια πλεγμένα από το λόγο των θεών.

Υπήρξαν μέρες που έστεκε εκεί χωρίς να κουνήσει βλέφαρο παρά μόνο την κοιτούσε, υπήρξαν μέρες που πήγαινε να βουτήξει στα νερά της λίμνης, να κολυμπήσει και να τη φτάσει, αλλά τότε τα νερά αγρίευαν και ορμητικά κύμματα τον πέταγαν έξω και η Κυρά της Λίμνης έμενε απαθής, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Υπήρξαν μέρες που δεν μπορούσε να κοιμηθεί και οι θεοί, που κρατούσαν στα χέρια τους τους όρκους της Κυράς, τον έβλεπαν από κάπου μακριά και γελούσαν.

Όμως, ο βοσκός την είχε αγαπήσει αληθινά και δεν έλεγε να φύγει. Και έτσι κάπως πέρασαν τα χρόνια και έγινε άντρας, αλλά και το βλέμμα της κυράς είχε αλλάξει και από παγερό και απαθές βλέμμα είχε γεμίσει απορία, για τον άντρα που ακόμα αμετανόητος έστεκε εκεί. Και τα γέλια των θεών είχαν ελαττωθεί και εκνευρισμός είχε αρχίσει να διακατέχει τις τάξεις τους για το πείσμα του κοινού θνητού. Και ήταν μόνο μια θεά που κατάφερε να διακρίνει, πως το γεμάτο απορία βλέμμα της Κυράς της Λίμνης ήταν ποτισμένο με δάκρυα, για τους όρκους που σαν κρύσταλλοι με μάγια την κρατούσαν μακριά από αυτόν τον άντρα που την αγαπούσε τόσο.

Τότε, εκείνη η θεά σήκωσε με μάγια πιο παλιά και από την ύπαρξη των θεών ανέμους πιο γρήγορους από το φως, το θάνατο και την ελπίδα και τους έστειλε πάνω στην κοιλάδα, γύρω από τα βουνά και τα δέντρα, για να φτάσουν στην ψυχή της Κυράς. Και ο βοσκός βούτηξε πάλι και τα άγρια κύματα που σηκώθηκαν να τον ξεβγάλουν στην ακτή τα έδιωξαν οι άνεμοι. Tα νερά, που για χιλιάδες χρόνια βρίσκονταν εκεί, άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται δροσοσταλίδες και να ταξιδεύουν προς τον ουρανό και οι κρύσταλλοι στη ψυχή της Κυράς από τους όρκους που είχε δώσει σους θεούς άρχισαν να σπάνε από την ορμητικότητα των ανέμων που διαπερνούσαν την ψυχή της.

Και καθώς όλο και πλήθαιναν οι δροσοσταλίδες που ταξίδευαν στον ουρανό, ο βοσκός έφτασε την Κυρά και την αγκάλιασε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και εκείνη τη στιγμή οι δροσοσταλίδες έγιναν ανεμοστρόβιλος, που σηκώθηκε και πήρε τους πρωταγωνιστές μας ψηλά στον ουρανό και τους έκανε αστερισμό. Και λένε πως οι άνεμοι αυτοί δε χάθηκαν, παρά μόνο κατοικούν σε αυτό τον αστερισμό και ταξιδεύουν τα βράδια γρηγορότερα από το φως, το θάνατο και την ελπίδα και βρίσκουν και στοιχειώνουν ανθρώπους, που –αλίμονο– είναι καταδικασμένοι να αιχμαλωτιστούν στην αγάπη.

Μάνος Τσεμπερλής